Search
Close this search box.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 20 ΙΟΥΝΙΟΥ 1978 “Το χάσμα π’ άνοιξ’ ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ’ άνθη” -του Π. Σκαρλάτου-


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 20 ΙΟΥΝΙΟΥ 1978 “Το χάσμα π’ άνοιξ’ ο σεισμός κι ευθύς εγιόμισ’ άνθη”
-του Π. Σκαρλάτου-

του Παναγιώτη Σκαρλάτου, μέλους της  Ομάδας Εργασίας του ΤΕΕ/ΤΚΜ με τίτλο Η ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΕΙΣΜΟΥ ΤΟΥ 1978 ΣΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΜΟΡΦΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (2018) με υλικό από το πόρισμα της Ομάδας

Αιφνιδιασμός. Πανικός. Το ρολόι στη στοά “Μαλακοπή” (παλιό χρηματιστήριο) απαθανάτισε τη στιγμή του ισχυρού σεισμού: ώρα 11 και 4′, βράδυ. Αναστάτωση. Καταρρεύσεις, ζημιές, ξεβόλεμα με απροσδιόριστη διάρκεια κι επαναφορά δεν διαφαίνεται. Η ζωή, όμως, συνεχίζεται. Αποφεύγει τα ετοιμόρροπα, εγκαταλείπει τα επικίνδυνα, παραμερίζει τα μπάζα. Σε πάρκα, πλατείες κι αδόμητες εκτάσεις, νέες κοινότητες -οι κοινότητες των σεισμοπλήκτων- συγκροτούνται, ανθρώπινες και κοινωνικές σχέσεις αναθεωρούνται. Το νοικοκυριό, η στέγαση, η ανθρώπινη συμπεριφορά, η αλληλεγγύη, το κοινωνικό στάτους επαναπροσδιορίζονται. Οι σεισμόπληκτοι ανακαλύπτουν την πόλη, τη γειτονιά, τα μνημεία, τους αδιάνοικτους δρόμους, την κοινόχρηστη βρύση, τη συλλογική τηλεθέαση στον καταυλισμό με το χάδι του καλοκαιριού.

Ο ισχυρός σεισμός του Ιουνίου 1978 είχε ως αποτέλεσμα 49 νεκρούς (29 εξ αυτών στην οικοδομή που κατέρρευσε), 220 τραυματίες, πολλές δεκάδες χιλιάδες προσωρινά αστέγους (είτε εξ αιτίας βλαβών των κατοικιών τους, είτε ένεκα της ανασφάλειας που προξενούσε η συνεχής σεισμική δραστηριότητα) και μεγάλη οικονομική και κοινωνική αναστάτωση. Προκάλεσε στην πόλη την ολική κατάρρευση μιας οκταώροφης οικοδομής, την κατάρρευση του τελευταίου ορόφου του ξενοδοχείου “Αίγυπτος”, υλικές ζημίες και μικροκαταρρεύσεις σε μεγάλο πλήθος κτιρίων, ενώ άφησε αρκετά κτίρια με σοβαρές βλάβες.

Η λήξη της δόνησης σήμανε την έναρξη της μεγάλης φυγής των πανικόβλητων κατοίκων είτε προς τις εξόδους της πόλης είτε προς υπαίθριους χώρους, μέσα σε σύννεφα σκόνης και από δρόμους που σε μεγάλο ποσοστό είχαν ήδη καταστεί αδιάβατοι λόγω κατάρρευσης στηθαίων, επιχρισμάτων, στεγάστρων κ.λπ. και ακινητοποίησης αυτοκινήτων. Αναπόφευκτα, προκλήθηκε κυκλοφοριακή συμφόρηση, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η κίνηση οχημάτων ανάγκης.

Καταυλισμός σεισμοπλήκτων μέσα στην πλατεία Δημοκρατίας.

Σε πλατείες, πάρκα και αδόμητες εκτάσεις οργανώθηκαν καταυλισμοί με σκηνές που διατέθηκαν από τον Στρατό και τη Νομαρχία αλλά και με αυτοσχέδιες κατασκευές στέγασης -μια ιδιότυπη προσφυγιά των κατοίκων μέσα στην πόλη τους. Με μια πρωτόγνωρη κατάκτηση και οικειοποίηση του δημόσιου υπαίθριου χώρου η πόλη είχε “εμπλουτισθεί” με ένα δίκτυο καταυλισμών, όπου οι κάτοικοι φροντίζουν τον καταυλισμό και το περιβάλλον του. Η ζωή πλέον ήταν εκεί, προσωρινά νομαδική, περισσότερο κοινωνική, ίσως λιγότερο ιδιωτική. Οι κάτοικοι “ανακάλυψαν” γείτονες, είδαν την -υποτονική από οχήματα και μετακινήσεις- πόλη τους από κάτω (καταυλισμός) προς τα άνω, μια πόλη άλλη, διαφορετική από αυτή που συνήθως έβλεπαν από επάνω (μπαλκόνι) προς τα κάτω. Είδαν τις κατοικίες τους και από έξω, από απόσταση -ο έξω χώρος απέκτησε υπόσταση δυναμική αλλά και διάσταση κοινωνική. Με την οριζόντια ανάπτυξη (καταυλισμός) της κατακόρυφης κατοίκησης (πολυκατοικία) άλλαξε άρδην η αντίληψη της πόλης. Κι η αίσθηση ότι, το μόνιμο μπορεί -έστω πρόσκαιρα, αλλά αιφνίδια- να καταστεί μη βιώσιμο, ν’ αντικατασταθεί από το προσωρινό, ήρθε να προστεθεί στην ανασφάλεια που προκάλεσε η συνειδητοποίηση του βαθμού τρωτότητας των -θεωρούμενων έως τότε άτρωτων- κατασκευών από σκυρόδεμα.

Ο σεισμός αποτέλεσε τον προβολέα που φώτισε και ανέδειξε σε μεγάλο βαθμό τις ελλείψεις και ανεπάρκειες του κρατικού μηχανισμού, ενώ συγχρόνως έδωσε την ευκαιρία ν’ ακουσθούν και να εφαρμοσθούν οι από πολλά χρόνια πριν υποδείξεις και επισημάνσεις της επιστημονικής κοινότητας. Έκτοτε η αντισεισμική προστασία του δομημένου περιβάλλοντος αποτελεί πρωταρχικό στόχο στις κατασκευές, αφού αποδείχθηκε ότι καμία κατασκευή δεν είναι άτρωτη στον σεισμό.

Το καλοκαίρι του 1978, με πρωτοβουλία του τότε Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ενεργοποιήθηκε μεγάλος αριθμός επιστημόνων με συναφές γνωστικό αντικείμενο, με σκοπό την ταχύρυθμη εκπαίδευση Πολιτικών Μηχανικών και τεχνιτών σε νέες μεθόδους, τεχνολογίες και υλικά επισκευής κτιρίων. Έτσι, μέσα σε τέσσερις μήνες επιτεύχθηκε η διατύπωση οδηγιών για τις επισκευές των κτιρίων και η δημιουργία της επιστημονικής κρίσιμης μάζας για τη διαρκή υποστήριξη του τομέα αυτού.

Ο σεισμός αποτέλεσε καταλύτη για ριζικές αλλαγές στην αντισεισμική πολιτική της χώρας με:

  • την ίδρυση της ΥΑΣΒΕ (Υπηρεσία Αποκατάστασης Σεισμοπλήκτων Βόρειας Ελλάδας) το 1978, του ΙΤΣΑΚ (Ινστιτούτο Τεχνικής Σεισμολογίας & Αντισεισμικών Κατασκευών) το 1979, του ΟΑΣΠ (Οργανισμός Αντισεισμικού Σχεδιασμού & Προστασίας) το 1983 (μετά και τον σεισμό της Αθήνας το 1981),
  • την ανάπτυξη υφισταμένων (Πανεπιστημιακά Εργαστήρια) ερευνητικών και επιχειρησιακών φορέων για την αντιμετώπιση θεμάτων αντισεισμικής έρευνας, τεχνολογίας και πολιτικής,
  • τη θέσπιση σχετικών οδηγιών, κανονισμών και νόμων, όπως η αναθεώρηση των κανονισμών που ξεκίνησε το 1984 με την τροποποίηση του αντισεισμικού κανονισμού του 1959 και με συνεχείς τροποποιήσεις φθάσαμε στον ισχύοντα κανονισμό ΕΑΚ 2003.
Κατεδάφιση των “ετοιμόρροπων” κτιρίων των παλαιών δικαστηρίων (στην οδό Εθνικής Αμύνης).

Με ευρεία κινητοποίηση μηχανικών πραγματοποιήθηκε ο μετασεισμικός έλεγχος των κατασκευών, κυρίως των κτιριακών αλλά και των υποδομών και δικτύων, τόσο στο πολεοδομικό συγκρότημα της Θεσσαλονίκης όσο και στις υπόλοιπες πληγείσες περιοχές.

Οι κατεδαφίσεις επικινδύνως ετοιμόρροπων δομικών στοιχείων και κτιρίων, που ακολούθησαν, κόστισαν στην πόλη την απώλεια εμβληματικών ή ιστορικών κτιρίων-τοπόσημων, όπως το πολυτελές ξενοδοχείο Mediterranean Palace (γνωστό και ως Μεντιτερανέ, στη λεωφόρο Νίκης), τα Παλαιά Δικαστήρια και το Στρατοδικείο (στην οδό Εθνικής Αμύνης εκατέρωθεν της οδού Τσιμισκή) κ.ά. και την αλλοίωση άλλων (με την καθαίρεση ορόφων, τμημάτων κ.λπ.). Παράλληλα, επέτρεψαν την ανάδειξη μνημείων με την απελευθέρωση του περιβάλλοντα χώρου τους από παλιές λαϊκές κατοικίες (Ροτόντα, Τείχη, Ι.Ν. Προφήτη Ηλία κ.ά.) και την εφαρμογή της ρυμοτομίας με τη διάνοιξη οδών (Ιασωνίδου, Μητροπόλεως, Βούλγαρη, Δελφών, Νέα Εγνατία – νυν Κ. Καραμανλή, Ολυμπιάδος, 3ης Σεπτεμβρίου, Κωνσταντινουπόλεως, Κατσιμίδου, Κρήτης, Δραγουμάνου, Παπαδάκη, κ.λπ.) με υλοποίηση των απαιτουμένων απαλλοτριώσεων μέσω της ΥΑΣΒΕ. Οι εικόνες των πεζοδρομίων και των ισογείων των οικοδομών σε θέσεις διάνοιξης οδών είναι χαρακτηριστικές (ίσως ακατανόητες γι’ αυτούς που δεν γνωρίζουν την ιστορία τους).

Ο ισχυρός σεισμός του 1978 υπήρξε καθοριστικός και για τα μνημεία της πόλης. Προξένησε σ’ αυτά προβλήματα και καταστροφές που κλιμακώνονταν από απλές φθορές έως καταστάσεις επικίνδυνες για την ύπαρξή τους, ενώ σε ορισμένα δρομολόγησε πορεία προϊούσας κατάρρευσης (π.χ. Ροτόντα, Αχειροποίητος κ.λπ.).

Μετά από τις προσωρινές υποστυλώσεις μνημείων από την ΥΑΣΒΕ άρχισε η σύνταξη μελετών για ορισμένα από αυτά, όπως επίσης και για άλλα διατηρητέα κτίρια, σε συνεννόηση με την αντίστοιχη Εφορία αρχαιοτήτων. Διαμορφώθηκε πλαίσιο αρχών επεμβάσεων συμβατό με τη Χάρτα της Βενετίας και τέθηκαν οι προδιαγραφές σύνταξης μελετών. Ακολούθησε η αντιμετώπιση της οριστικής στερέωσης και αποκατάστασης των μνημείων, τα περισσότερα των οποίων ήταν ακόμη άγνωστα στην επιστήμη. Πρόκειται, αναμφισβήτητα, για έργο τεράστιο ως προς το πλήθος, το μέγεθος, την αρχιτεκτονική και δομική πολυπλοκότητα και ποικιλία των μνημείων, το οποίο υλοποιήθηκε, τουλάχιστον τον πρώτο καιρό, με ανθρώπινο δυναμικό χωρίς προηγούμενη αντίστοιχη εμπειρία.

Στη θέση των παλαιών δικαστηρίων στην οδό Εθνικής Αμύνης.

Ενδεικτικά, μελετήθηκαν και εκτελέσθηκαν εργασίες στα μνημεία Ροτόντα, Αγία Σοφία, Αχειροποίητος, Μονή Βλατάδων, στον Λευκό Πύργο, στους Ι.Ν. της Μητρόπολης, του Αγίου Αντωνίου, του Αγίου Παντελεήμονα, του Αγίου Αθανασίου, του Αγίου Μηνά, του Αγίου Στυλιανού, της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος κ.ά. και στα ιστορικά διατηρητέα κτίρια Βίλλα Καπαντζή, Βίλλα Μορντώχ, Βίλλα Αλλατίνη, Γενικό Ελληνικό Προξενείο, Σχολή Τυφλών, Σχολή Κωφαλάλων, Παπάφειο Ορφανοτροφείο κ.ά.

Ταυτόχρονα, έγινε αντιληπτός ο κίνδυνος καταστροφής μεγάλου μέρους της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και της ιστορίας του τόπου εξ αιτίας της εσπευσμένης κατεδάφισης αξιόλογων ή ιστορικών κτιρίων και η πολιτεία προχώρησε σε δραστικές ενέργειες. Με τη θεσμοθέτηση της προστασίας της Άνω Πόλης και αργότερα των Λαδάδικων και των αγορών του κέντρου, τον χαρακτηρισμό της κεντρικής περιοχής ως Ιστορικού Τόπου, τις κηρύξεις μεμονωμένων διατηρητέων από το ΥΠΠΟ το ΥΠΕΧΩΔΕ και το ΥΜΑΘ κατέστη δυνατό να διασωθούν στοιχεία του ιστορικού αστικού περιβάλλοντος της Θεσσαλονίκης.

Η διάσωση, συντήρηση και ανάδειξη όλου αυτού του πολιτιστικού αποθέματος το επανενέταξε στην καθημερινότητα της πόλης με τρόπο δημιουργικό και βιώσιμο. Ακόμη και ιστορικά ή εμβληματικά κτίρια καθημερινής χρήσης (όπως το Μπεζεστένι), μέχρι πριν απαξιωμένα, ανέκτησαν την πολιτιστική υπεραξία τους.

Διανοίξεις οδών (ενδεικτικά): Μητροπόλεως, Ιασωνίδου, Ολυμπιάδος σε Α/Φ του 1978 (ΓΥΣ).

Ως δευτερογενές επακόλουθο της έντονης και σε μεγάλη διάρκεια σεισμικής έξαρσης θα πρέπει να θεωρηθούν η τάση αποφυγής κατοίκησης πυκνοδομημένων και πυκνοκατοικημένων περιοχών και η οικιστική ανακάλυψη και ανάπτυξη νέων περιοχών, που οδήγησαν σταδιακά, στα χρόνια που ακολούθησαν τον σεισμό, σε φυγή της κατοικίας από το κέντρο -και την πόλη γενικότερα- προς την περιφέρεια. Η κάμψη της ζήτησης κατοικίας (που συμπαρέσυρε και ορισμένες συναφείς χρήσεις) διευκόλυνε τη διείσδυση στις περιοχές αυτές άλλων χρήσεων και τη διαφοροποίηση της φυσιογνωμίας τους, ενώ στις “νέες” περιοχές εγκαταστάθηκαν κατοικίες μεσαίων εισοδημάτων, υπεραγορές, εμπορικά κέντρα, σχολεία κ.ά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα πρώτα χρόνια οι τιμές των ακινήτων στο πυκνοδομημένο κέντρο ήταν αισθητά χαμηλές, αν και σχετικά σύντομα επανήλθαν, τουλάχιστον μέχρι περίπου το 2009, οπότε  άρχισε η κρίση που τις επηρέασε πάλι, για άλλους όμως λόγους.

Ήδη με αφορμή τον σεισμό είχαν δημιουργηθεί οι προϋποθέσεις και είχαν τεθεί οι προδιαγραφές για την επέκταση της πόλης σε μη αξιοποιημένους οικιστικά θυλάκους και στην περιφέρειά της.

Ο σεισμός, με ό,τι ακολούθησε, άλλαξε τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την πόλη, το κτιριακό δυναμικό, τον δημόσιο χώρο, τα μνημεία και το περιβάλλον τους, την ανοικοδόμηση, άλλαξε όμως και τη στάση μας απέναντι σ’ όλα αυτά.