
Η ηλεκτρονική διακυβέρνηση έχει γίνει πλέον κοινή πρακτική (opengov, Δι@υγεια) όμως η πρόσωπο με πρόσωπο διαβούλευση, αυτή που επιτρέπει τον πραγματικό διάλογο, την ανάπτυξη εμπιστοσύνης μέσα από την ανταλλαγή απόψεων (και όχι μονολόγου), δεν είναι ακόμη τόσο διαδεδομένη. Ορισμένες χώρες της Ευρώπης έχουν ήδη αναπτύξει τις δομές για δημόσια διαβούλευση και μπορούμε να μάθουμε πολλά από τις μεθοδολογίες και τα συμπεράσματά τους. Εκτός Ευρώπης θα δούμε στη συνέχεια το παράδειγμα των Ιεροσολύμων. Στην απέναντι όχθη του ωκεανού, γνωστή ήταν η προσπάθεια ανάπτυξης δημόσιου διαλόγου στη Νέα Υόρκη αμέσως μετά την επίθεση στους δίδυμους ουρανοξύστες του World Trade Center στις 11 Σεπτεμβρίου 2001. Στο διάλογο αυτό συμμετείχαν χιλιάδες Νεουορκέζοι από όλα τα κοινωνικά στρώματα. Η ευρεία συμμετοχή των πολιτών στον δημόσιο διάλογο είναι ένα από τα βασικά συστατικά για την επιτυχία της δημόσιας διαβούλευσης. Ποιά εργαλεία, ποιές μεθοδολογίες, ποιά χρονικά πλαίσια και ποιές τοποθεσίες στην πόλη επιτρέπουν σε όλους τους πολίτες την ευκαιρία να συμμετέχουν στο δημόσιο διάλογο;
Στην Αθήνα, ο Μεγάλος Περίπατος, ένα κατ’ εξοχήν placemaking έργο στο κέντρο της Αθήνας, μας θυμίζει πολύ το τολμηρό κλείσιμο της Times Square στη Νέα Υόρκη το 2009, όπου εφαρμόστηκαν οι αρχές του Δανού πολεοδόμου Jan Gehl στην απόδοση του δημοσίου χώρου από το αυτοκίνητο στον πεζό. Αν στη διαβούλευση υπήρχε μεγαλύτερη παρουσία των πολιτών, επιπλέον των εκπροσώπων φορέων της αγοράς, πιθανόν το έργο να είχε μεγαλύτερη αποδοχή και στήριξη. Η ισορροπία εκπροσώπησης στο διάλογο, είναι και αυτή ένα σημαντικό συστατικό για την επιτυχή έκβαση της δημόσιας διαβούλευσης. Ποιοί συμμετέχουν, ποιές ανάγκες και ποιές απόψεις ακούγονται και ποιές έχουν μεγαλύτερη βαρύτητα στο αποτέλεσμα; Ή μήπως τελικά η επιτυχία της απόφασης είναι να βασίζεται σε ένα από κοινού αποδεκτό consensus που είναι αποδεκτό από όλους τους stakeholders;

Ο Δήμος των Ιεροσολύμων έχει δημιουργήσει δομές και μεθοδολογίες που επιτρέπουν στους πολίτες της πόλης να είναι ενεργοί συμμέτοχοι στη λήψη αποφάσεων. Η βασική αρχή της δομής αυτής, είναι η αρχή ότι οι πολίτες γνωρίζουν καλύτερα από όλους τι είναι καλύτερο γι αυτούς. Διότι, όπως σωστά αναφέρει και η Jane Jacobs, οι πολίτες είναι για την πόλη ‘τα μάτια του δρόμου’. Παραδείγματος χάριν, αν η έκθεση των μελετητών αναφέρεται σε αριθμούς και στατιστικά, οι πολίτες που συμμετέχουν στη διαδικασία, γνωρίζουν αυτούς τους ‘αριθμούς’ με το όνομά τους, διότι είναι οι γείτονές τους.
Η πόλη επιτρέπει στους πολίτες να είναι ενεργοί στις αποφάσεις που λαμβάνονται για τη διαχείριση του δημόσιου χώρου, τη συντήρηση δρόμων, πεζοδρομίων, πεζοδρόμων, πάρκων και της αστικής φύσης, να έχουν το λόγο σε έργα αστικής ανανέωσης (urban renewal) δημόσια ή ιδιωτικά και σε έργα που αφορούν στη διατήρηση ιστορικών κτιρίων ή συνόλων.
Αυτό το επιτυγχάνει μέσα από μία διαχειριστική δομή που αποτελείται από 7 περιοχές (quarters) και 27 κοινοτικά κέντρα (community centers) στα οποία λειτουργούν και τα κοινοτικά συμβούλια ή community councils των εκλεγμένων εκπροσώπων των πολιτών. Κάθε χρόνο, οι πολίτες συμμετέχουν στον προγραμματισμό του Δήμου για το ποιά έργα θα προχωρήσει, επηρεάζοντας έτσι το πώς ξοδεύει η πόλη τους φόρους (το αντίστοιχο Ε.Ν.Φ.Ι.Α.) που πληρώνουν οι πολίτες και πώς αυτό θα επιστρέψει δίνοντας λύσεις ή αναβάθμιση του δημόσιου χώρου για τους πολίτες. Με βάση τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Παρόμοια με τις πρωτοβουλίες του Δήμου Κορυδαλλού, όπως η διαβούλευση για το Σχέδιο Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας (ΣΒΑΚ), έτσι και στα Ιεροσόλυμα, οι ανάγκες της πόλης καταγράφονται από τους πολίτες και εκπροσώπους των πολιτών στα κοινοτικά συμβούλια σε ετήσια βάση, θέτοντας προτεραιότητες: να φτιάξει ο Δήμος πρώτα το πάρκο, ή να διορθώσει τα πεζοδρόμια, ή να ξεκινήσει τη μελέτη ποδηλατόδρομου; Παράλληλα καταγράφονται οι τρέχουσες ανάγκες: επισκευή οδοστρωμάτων, φωτισμός, επιδιόρθωση πεζοδρομίων, αναβάθμιση πάρκων, κα.

Η διαχείριση του δημόσιου διαλόγου σε θέματα χωροταξίας και υποδομών, είναι ευθύνη του εκάστοτε χωροτάκτη σε κάθε ένα από τα κοινοτικά κέντρα. Στην περίπτωση του κοινοτικού κέντρου Ginot Hair είναι υπεύθυνος ο αρχιτέκτονας και χωροτάκτης Ηλίας Μεσσίνας. Ο κ. Μεσσίνας είναι υπεύθυνος για τις ιστορικές γειτονιές του ιστορικού κέντρου (της νέας πόλης) των Ιεροσολύμων – Rehavia, Talbie, Katamon, German Colony, Greek Colony, και Nayot – για έναν πληθυσμό περίπου 30.000 κατοίκων.
Η διαχείριση του δημόσιου διαλόγου γίνεται με πολλούς τρόπους, χρησιμοποιώντας όλα τα διαθέσιμα εργαλεία της δημόσιας διαβούλευσης: από την απλή ενημέρωση ως και την ενδυνάμωση του πολίτη να αναλάβει ο ίδιος πρωτοβουλίες. Ο δημόσιος διάλογος γίνεται με συναντήσεις ομάδων πολιτών σε μόνιμη βάση (urban forum), με συναντήσεις ad-hoc για συγκεκριμένα έργα, με συνέδρια πολιτών (με τη συμμετοχή 20-200 ατόμων), με συναντήσεις εκπροσώπων πολιτών με εκπροσώπους του Δήμου για συγκεκριμένα έργα, με συναντήσεις εκπροσώπων πολιτών με εκπροσώπους επενδυτών (developers) για ιδιωτικά έργα (πριν ή κατά τη διάρκεια της από τον νόμο οριζόμενης περιόδου διαβούλευσης και ένστασης για προτεινόμενα έργα), με εκπροσώπηση των πολιτών σε πρωτοβουλίες με υπηρεσίες του Δήμου (παραδείγματος χάριν, πρωτοβουλία χαρτογράφησης και δενδροφύτευσης 1000 δέντρων στα πεζοδρόμια της πόλης), και με άλλους τρόπους. Ο διάλογος με τους πολίτες είναι συνεχής σε καθημερινή βάση, μέσα από δεκάδες ομάδες κοινωνικών δικτύων (Whatsapp, Facebook) που συμμετέχουν από 10 έως 200 πολίτες στην κάθε μία. Εκεί συζητιούνται θέματα από συγκοινωνιακές ρυθμίσεις σε επίπεδο γειτονιάς και θέματα όπως η προσπάθεια αλλαγής της τροχιάς του υπό-μελέτης τραμ στο κέντρο της πόλης, μέχρι σε ποιό πεζοδρόμιο θα πρέπει να προστεθούν κολωνάκια, για να μην παρκάρουν τα αυτοκίνητα. Τέλος, στο δημόσιο διάλογο συμμετέχουν και τα σχολεία – οι διευθυντές και οι σύλλογοι γονέων – οι επιχειρήσεις και τα καταστήματα της γειτονιάς, τα ιδρύματα και δημόσια κτίρια και γενικά όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς που έχουν ανάγκες αλλά και δικαιώματα στο δημόσιο χώρο, καθώς επηρεάζονται από τις αποφάσεις που λαμβάνονται για το σχεδιασμό του.
Με τον COVID-19 οι συνθήκες για δημόσιο διάλογο πρόσωπο με πρόσωπο διακόπηκαν, επιτρέποντας, δια ζώσης μόνο επισκέψεις επιτόπου σε σημεία που χρήζουν αυτοψίας και μόνο βάσει των οδηγιών του κράτους (αποστάσεις, μάσκες, αριθμός ατόμων, κλπ.). Οι διαβουλεύσεις προσαρμόστηκαν σε διαδικτυακή μορφή, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως το ΖΟΟΜ. Επίσης, προσαρμόστηκε διαδικτυακά και όλη η λειτουργία των υπηρεσιών του Δήμου. Με αποτέλεσμα, χάρις στη μεγάλη εμπειρία τόσο από πλευράς διαχειριστών της διαβούλευσης όσο και από πλευράς κατοίκων, ο διάλογος να συνεχίζεται κανονικά και με τον ίδιο ενθουσιασμό και αποτελεσματικότητα όπως και δια ζώσης.
Οι δυνατότητες που ανοίγει ο δημόσιος διάλογος για μεγάλα έργα είναι πολλές και τα πλεονεκτήματα σημαντικά. Στην Αθήνα, παραδείγματος χάριν, το έργο του Ελληνικού θα ήταν μία εξαιρετική ευκαιρία να εφαρμοστεί πιλοτικά η δημόσια διαβούλευση με τους όμορους Δήμους του έργου, αλλά και ευρύτερα με τους πολίτες και τους αρχιτέκτονες και μελετητές που ζουν στην Αθήνα και επομένως το έργο αυτό τους αφορά.

Ο Ηλίας Μεσσίνας είναι αρχιτέκτονας, Δρ. Χωροταξίας, απόφοιτος του Yale School of Architecture, της Bezalel Academy και του ΕΜΠ. Είναι ο ιδρυτής και πρόεδρος της ΑΜΚΕ ECOWEEK που ιδρύθηκε το 2005 και διοργανώνει εργαστήρια αειφορικού σχεδιασμού, όπου μέσα από δημόσια διαβούλευση και placemaking, δημιουργεί παρεμβάσεις στο δημόσιο χώρο. Συγγραφέας και επιμελητής του Book#1: 50 Voices for Sustainability, Διδάσκει αειφορικό σχεδιασμό στο Πανεπιστήμιο Πατρών.
