Η κοινότοπη ετεροτοπία (;) του χώρου του ΑΠΘ

/ / Γνώμες

του Νίκου Καλογήρου*

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με τις συμβατικές απεικονίσεις των χρήσεων γης στους αστικούς χώρους γνωρίζουν ότι ορισμένες από αυτές συχνά δεν καταγράφονται. Έτσι δεν θα συναντήσουμε «ζώνες ελεύθερης διακίνησης ναρκωτικών και άλλων ουσιών» ούτε «ζώνες μαύρης εργασίας» ή «κατάληψης των δημοσίων χώρων» από αυθόρμητα ή οργανωμένα ιδιωτικά συμφέροντα.
Οι βανδαλισμοί στην αίθουσα «Θουκυδίδη Βαλεντή» (πόσοι άραγε αναγνωρίζουν σήμερα το όνομα;) που έγιναν τα ξημερώματα του Σαββάτου 21/2/2015 απόκτησαν μεγάλη δημοσιότητα με την προβολή τους από τα ΜΜΕ. Δυστυχώς δεν ήταν πρωτοφανείς, αλλά εντάσσονται σε μία σειρά αντίστοιχων μικρότερης ή μεγαλύτερης έντασης πράξεων που συμβαίνουν στο τέλος της εβδομάδας στην ανοχύρωτη Πολυτεχνική Σχολή. Η περιοχή του κεντρικού χώρου υποδοχής της σχολής και των γειτονικών εγκαταστάσεων της πτέρυγας των Αρχιτεκτόνων είναι μία από αυτές τις «ζώνες ειδικών χρήσεων» της Θεσσαλονίκης, όπου συστηματικά επαναλαμβάνονται με την αφορμή των «πάρτι» βανδαλισμοί και όχι μόνο. Αυτές οι δραστηριότητες διεκπεραιώνονται από ομάδες αυθόρμητα (;) οργανωμένες που ωστόσο φαίνονται να διαθέτουν επαγγελματικές προδιαγραφές και εγκαταστάσεις. Εκεί είναι προφανές ότι διακινούνται ποτά και άλλες ουσίες χωρίς έλεγχο.
Αυτή η εικόνα απεικονίζει, με υπερβολικό ίσως τρόπο, την ελευθεριότητα έκφρασης και εκτόνωσης μιας γενιάς που μεγαλώνει μέσα στη γενικότερη οικονομική και πολιτισμική κρίση της ελληνικής κοινωνίας;
Δείχνει ένα χρόνιο έλλειμμα αγωγής και ίσως μία δίκαιη αγανάκτηση των νέων που οδηγεί σε άσκοπους βανδαλισμούς;
Είναι μία κατάσταση που σιωπηρά έχουμε αποδεχθεί ή ακόμη χειρότερα συνηθίσει όσοι έχουμε την ευθύνη για τη διαχείριση και τη φύλαξη των εγκαταστάσεων του δημόσιου πανεπιστημίου;
Είναι μία ακόμη ένδειξη της αδιαφορίας των κρατικών φορέων για όσα συμβαίνουν στους πανεπιστημιακούς χώρους ή μήπως τελικά, όπως επίσημα διατυπώθηκε, πρόκειται για ενδοοικογενειακές υποθέσεις που η πανεπιστημιακή κοινότητα καλείται να επιλύσει χωρίς τη συνδρομή της πολιτείας;
Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα δεν είναι εύκολες ούτε προφανείς. Χωρίς να υιοθετώ κατ’ ανάγκη την άποψη ότι το πρόβλημα εντάσσεται τελικά σε ένα σχέδιο ηθελημένης απαξίωσης του δημόσιου πανεπιστημίου, έχω την αίσθηση ότι υπάρχει ένας βαθμός ανοχής από την πολιτεία και τους φορείς της (δικαιοσύνη, τοπική εξουσία ακόμη και από πανεπιστημιακά όργανα). Η αντίληψη αυτή προκύπτει από τη λανθασμένη θεώρηση ότι μία περιορισμένη ζώνη «ανομίας» οριοθετημένη σ΄ένα εκ των πραγμάτων ελάχιστα φιλικό και περίκλειστο χώρο τη νύχτα, ίσως αποτρέπει τη γενίκευση και τη διάχυση του φαινομένου.
Εάν πραγματικά υπάρχει η βούληση να αποθαρρυνθούν αυτές οι ανεξέλεγκτες δράσεις και οι αναμενόμενες φθορές και καταστροφές των εγκαταστάσεων, πρέπει οι κύριες ευθύνες να αποδοθούν στους πραγματικούς οργανωτές τους που επωφελούνται οικονομικά, καθώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς που άμεσα ή έμμεσα τις υποστηρίζουν.
Μερικοί μπορεί να πιστεύουν ότι το ΑΠΘ – και στην περίπτωσή μας η Πολυτεχνική Σχολή και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων- αποτελούν μίαν «ετεροτοπία» στο χώρο της Θεσσαλονίκης, όπου γίνονται ανεκτές και ενδεχομένως ενθαρρύνονται, οι «υπερβάσεις» των ορίων της συμβατικής αστικής συμπεριφοράς. Αν αυτό ισχύει, πρόκειται δυστυχώς για μια κοινότοπη εκδοχή και παρερμηνεία των απόψεων του Φουκό. Ωστόσο η «εύκολη» πρόταση ότι το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί μόνο με την οχύρωση και την αστυνόμευση οδηγεί στην περαιτέρω απομόνωση του χώρου και απομακρύνει την προοπτική ζωντανής χρήσης του, όλες τις ώρες, από φοιτητές και διδάσκοντες που εργάζονται και δημιουργούν στις αίθουσες και στα εργαστήρια.
Πιστεύω ότι ακόμη είναι δυνατή μία έξυπνη διαχείριση των πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων, ώστε να ενθαρρύνεται η ζωντανή και σχετικά ασφαλής χρήση τους. Αυτή η προοπτική, σε συνδυασμό με τη συντήρηση, προστασία και αναβάθμιση μπορεί να βοηθήσει στην άρση της απαξίωσης και στην εξάλειψη της εικόνας μιας μαύρης τρύπας στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Είναι βέβαια κάτι ιδιαίτερα δύσκολο υπό τις παρούσες συνθήκες του κυρίαρχου λαϊκισμού που τείνει να περιφρονεί κάθε θεσμική λειτουργία, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι αυτό οδηγεί σε γενικευμένο έλλειμμα παιδείας και σεβασμού της συλλογικότητας.

*Νίκος Καλογήρου, πρόεδρος τμήματος Αρχιτεκτόνων ΠΣ ΑΠΘ

Τα επώνυμα άρθρα απηχούν τις γνώμες και τις απόψεις των συντακτών τους και όχι αναγκαστικά τις θέσεις του ΤΕΕ/ΤΚΜ