Search
Close this search box.

Το αξιοποιήσιμο νερό που χάνεται στις αστικές περιοχές

του Κ.Λ. Κατσιφαράκη

Το πόσιμο νερό είναι ένα αναντικατάστατο προϊόν που θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολύτιμο, ανεξαρτήτως της τιμής του. Η τροφοδοσία των αστικών κέντρων γίνεται συχνά από μεγάλες αποστάσεις και από διαφορετικές υδρολογικές λεκάνες (της Θεσσαλονίκης, για παράδειγμα, από τον Αλιάκμονα και την Αραβησσό). Επιπλέον, η επεξεργασία του φυσικού νερού, επιφανειακού αλλά και υπόγειου,  ώστε να γίνει κατάλληλο προς πόση, απαιτεί κατανάλωση ενέργειας και προσθήκη χημικών, η παραγωγή των οποίων επιβαρύνει το περιβάλλον.

Η Οδηγία 2000/60/ΕΚ (Οδηγία-Πλαίσιο για τη Διαχείριση Υδάτινων Πόρων) προβλέπει πλήρη ανάκτηση του συνολικού κόστους των παρεχόμενων υπηρεσιών νερού από τους καταναλωτές, ως μέσο περιορισμού της μη-αναγκαίας ζήτησης. Το νερό όμως είναι και κοινωνικό αγαθό, και η αύξηση της τιμής του πέραν ενός ορίου μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα σε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Συνεπώς, μια τέτοια πολιτική κοστολόγησης δεν θα ήταν κοινωνικώς αποδεκτή, και μάλιστα σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

Ένα σημαντικό ποσοστό του πόσιμου νερού καταναλώνεται σε δευτερεύουσες χρήσεις, οι οποίες δεν απαιτούν νερό τόσο υψηλής ποιότητας. Η εξυπηρέτησή τους από τοπικούς υδατικούς πόρους υποδεέστερης, αλλά σε κάθε περίπτωση κατάλληλης, ποιότητας, θα μπορούσε να είναι πολλαπλώς ωφέλιμη, και από οικονομική και από περιβαλλοντική άποψη. Στους τοπικούς αυτούς πόρους περιλαμβάνεται το νερό της βροχής, αλλά και το υπόγειο νερό, όταν βρίσκεται σε μικρό βάθος.

Στην αξιοποίηση του νερού της βροχής σε αστικές περιοχές συντελούν, έμμεσα ή άμεσα, οι οικολογικές μέθοδοι διαχείρισης ομβρίων, οι οποίες στοχεύουν κυρίως στον περιορισμό των ζημιών και της όχλησης από την ανεπάρκεια των δικτύων αποχέτευσης. Άμεσα συντελούν οι μικρές και μεγάλες δεξαμενές συλλογής βρόχινου νερού και έμμεσα οι κήποι βροχής, καθώς και τα υδροπερατά πεζοδρόμια και οδοστρώματα, που περιορίζουν την επιφανειακή απορροή και ευνοούν την κατείσδυση του νερού και την αποθήκευσή του σε αβαθή υδροφόρα στρώματα.

Επιπλέον, σε αστικές περιοχές με υψηλή στάθμη υπόγειων υδάτων, η άντλησή τους είναι συχνά απαραίτητη, προκειμένου να προστατευτούν τα υπόγεια των κτιρίων. Αυτό συμβαίνει, για παράδειγμα, στην κεντρική Πανεπιστημιούπολη του Α.Π.Θ. Το να μην αξιοποιούνται τα νερά αυτά, εν μέρει τουλάχιστον, για την κάλυψη δευτερευουσών αναγκών είναι σπατάλη.

Τέλος το νομικό πλαίσιο είναι πολύ ευνοϊκό, διότι η υποκατάσταση του πόσιμου νερού από άλλες πηγές, χαμηλότερης ποιότητας, σε κατάλληλες χρήσεις είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ και του Νόμου 3199/2003, ο οποίος την ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία. Επιπλέον, η ΚΥΑ αριθ. οικ. 146896/27.10.2014 «Κατηγορίες αδειών χρήσης και εκτέλεσης έργων αξιοποίησης των υδάτων. Διαδικασία και όροι έκδοσης των αδειών, περιεχόμενο και διάρκεια ισχύος τους και άλλες συναφείς διατάξεις», προβλέπει ρητά: α) ότι δεν απαιτείται άδεια για τη συλλογή βρόχινου νερού σε δεξαμενές ως 500 m3 (άρθρο 1, παρ. 2(ιβ))  και β) ότι επιτρέπεται η ανόρυξη γεωτρήσεων και η χρήση του νερού σε αστικές περιοχές που καλύπτονται από δίκτυο ύδρευσης, εφόσον το αποτέλεσμα είναι «σημαντική εξοικονόμηση υδατικού πόρου με προτεραιότητα στην εξοικονόμηση διυλισμένου ύδατος υδρευτικής χρήσης, όπως υδροληψία για πότισμα πρασίνου, βιομηχανική χρήση»  (άρθρο 8, παρ. 3).

Επομένως, το περιβαλλοντικό και οικονομικό αποτέλεσμα από την εκ νέου ανακάλυψη και χρήση τοπικών υδατικών πόρων στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον μπορεί να  είναι πολύ θετικό.

 

Βιογραφικό σημείωμα

Ο Κώστας Κατσιφαράκης είναι καθηγητής του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και συντονιστής του Συμβουλίου Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ. Ασχολείται με θέματα προστασίας και διαχείρισης υδατικών πόρων, γεωθερμικής ενέργειας, υπόγειας υδραυλικής, ροών με ελεύθερη επιφάνεια, διαχείρισης στερεών αποβλήτων, τεχνικών βελτιστοποίησης, εκπαίδευσης των μηχανικών και ιστορίας της Υδραυλικής.