Η ενεργειακή φτώχεια αναγνωρίζεται παγκοσμίως πλέον, ως ένα παράγωγο πολύπλοκων συστημικών ανισοτήτων και ως βασικό εμπόδιο για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Τα προγράμματα τύπου «Εξοικονομώ» είναι ασφαλώς ένα σημαντικό εργαλείο αντιμετώπισης ή έστω άμβλυνσης του φαινομένου, ειδικά στην Ελλάδα που σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, έχει από τα υψηλότερα ποσοστά ενεργειακής φτώχειας στην Ε.Ε., έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Οι σκέψεις αυτές, πηγάζουν στις πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για ένα πρόγραμμα «Εξοικονομώ», που θα μπορούσε να προκηρυχθεί ως το τέλος του 2026 και το οποίο θα απευθύνεται σε «ενεργειακώς φτωχά» νοικοκυριά, με μια δυνητική συνολική χρηματοδότηση ύψους 2 δισεκατομμυρίων ευρώ. Για να είναι όμως επιτυχημένο ένα τέτοιο πρόγραμμα θα πρέπει να δομηθεί σωστά, δίνοντας τη δυνατότητα στους υποψήφιους ωφελούμενους να το αξιοποιήσουν.
Ένα νοικοκυριό με χαμηλό εισόδημα πληρώνει μεγαλύτερο ποσοστό αυτού για ενέργεια σε σχέση με ένα εύπορο, ακόμη και αν καταναλώνουν το ίδιο. Επιπλέον το στεγαστικό πρόβλημα από πλευράς προσφοράς και υψηλών τιμών, υποχρεώνει μεγάλο ποσοστό των πολιτών, να ζουν σε παλαιότερα σπίτια. Περίπου το 50% των κατοικιών στην Ελλάδα κατατάσσεται σε κατηγορίες χαμηλής ενεργειακής απόδοσης που εκτοξεύουν το κόστος θέρμανσης τον χειμώνα ή ψύξης το καλοκαίρι.
Έτσι προκύπτει το παράδοξο ο ενεργειακά φτωχός πολίτης να πληρώνει σε βάθος χρόνου αρκετά περισσότερα από την αξία των εργασιών που θα μπορούσαν να μειώσουν αισθητά το κόστος ενέργειας της κατοικίας του. Συνεπώς, αν θέλεις να βοηθήσεις πραγματικά τον «ενεργειακά φτωχό», θα πρέπει να του επιδοτήσεις το 100% της δαπάνης ή να του προσφέρεις τη δυνατότητα εξόφλησης της συμμετοχής του σε βάθος χρόνου, ίσως με καταβολές ισόποσες της εξοικονόμησης που επιτυγχάνει.
Τα αναφέρω όλα αυτά, ως έναν προβληματισμό ενόψει μιας πιθανότατα σοβαρής προσπάθειας αντιμετώπισης ενός σημαντικού κοινωνικού προβλήματος.
Διότι πρέπει να καταστεί σαφές πως οι μηχανικοί και οι θεσμικοί φορείς που τους εκφράζουν, δεν συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο με μια στείρα συντεχνιακή λογική προαγωγής και εμπλουτισμού του εργασιακού τους αντικειμένου, αλλά με ουσιαστικό ενδιαφέρον για το αντίκρισμα των προτάσεων και των θέσεων που εκφράζουν, υπέρ του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου.