Από το Παρελθόν στο Μέλλον – Προστασία και Βιωσιμότητα της Πολιτιστικής Κληρονομιάς

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι

Η πολιτιστική κληρονομιά έρχεται από το παρελθόν. Η διαχείρισή της, όμως, κρίνεται στο παρόν. Και η ευθύνη μας αφορά, τελικά, το μέλλον.
Αυτό ακριβώς μας θυμίζουν και φέτος οι Ευρωπαϊκές Ημέρες Πολιτιστικής Κληρονομιάς, που συνδιοργανώνονται το τριήμερο 25 – 27 Σεπτεμβρίου από την  Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρώπης. Και το κοινό ευρωπαϊκό θέμα του φετινού εορτασμού «Κληρονομιά σε κίνδυνο – αναβίωση, ανθεκτικότητα, αναστοχασμός» δύσκολα θα μπορούσε να είναι πιο επίκαιρο.
Γιατί σήμερα η πολιτιστική κληρονομιά δεν απειλείται μόνο από τον χρόνο. Η κλιματική κρίση και τα ακραία φαινόμενα, οι φυσικές καταστροφές και οι σεισμοί, αλλά και οι ταχύτατες κοινωνικές και τεχνολογικές μεταβολές συνθέτουν ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον κινδύνων. Και μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον η έννοια της προστασίας αποκτά ένα διαφορετικό, πιο σύνθετο και πιο διευρυμένο περιεχόμενο. 
Με αυτή ακριβώς την αντίληψη, μία από τις πρώτες δεσμεύσεις που υλοποιήσαμε, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση του ΤΕΕ/ΤΚΜ, ήταν η επανασύσταση της Μόνιμης Επιτροπής Προστασίας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Όχι για να δημιουργήσουμε ακόμη μία Επιτροπή, αλλά για να συγκροτήσουμε έναν σταθερό επιστημονικό πυρήνα, που θα παρακολουθεί τα ζητήματα, θα παράγει προτάσεις και θα φέρνει στο ίδιο τραπέζι μηχανικούς και επιστήμονες άλλων πεδίων, πανεπιστήμια, υπηρεσίες και θεσμικούς φορείς. Και ήδη η Επιτροπή αυτή παράγει έργο και παράγει αποτελέσματα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η πρωτοβουλία που αναλάβαμε ως ΤΕΕ/ΤΚΜ για την παρακολούθηση της σεισμικής ακολουθίας στο Άγιον Όρος, σε συνεργασία με το Κέντρο Διαφυλάξεως Αγιορειτικής Κληρονομιάς, το Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ και το ΙΤΣΑΚ. Πρόκειται για μια παρέμβαση με ιδιαίτερη σημασία, ακριβώς λόγω της μοναδικότητας και της οικουμενικής αξίας του τόπου τον οποίο καλούμαστε να περιφρουρήσουμε. 
Η συζήτηση για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς έχει ξεχωριστή βαρύτητα για τη Θεσσαλονίκη και την Κεντρική Μακεδονία, που διαθέτουν ένα τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα. 
Στη Θεσσαλονίκη, η πρόταση για την Ενοποίηση Αρχαιολογικών Χώρων και Μνημείων, που βρίσκεται σε δημόσια διαβούλευση, ανοίγει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο επαναπροσδιορίζουμε τη σχέση της πόλης με τα μνημεία της. Στον πυρήνα του σχεδιασμού βρίσκεται η διαμόρφωση ενός συνεκτικού και προσβάσιμου δικτύου, που συνδέει το μνημειακό απόθεμα με τον δημόσιο χώρο και μετατρέπει την ιστορία σε μέρος της καθημερινής εμπειρίας της πόλης.
Στην ίδια κατεύθυνση, σε ολόκληρη την Κεντρική Μακεδονία βρίσκονται σε εξέλιξη, σε συνεργασία του Υπουργείου Πολιτισμού με την οικεία Περιφέρεια, σημαντικά έργα για την ανάδειξη αρχαιολογικών χώρων και μνημείων διεθνούς εμβέλειας, από τον Τύμβο Καστά στην Αμφίπολη μέχρι τις Ιερές Μονές του Αγίου Όρους. 
Και τα έργα αυτά αναδεικνύουν στην πράξη μια ευρύτερη διάσταση: ότι η επένδυση στην πολιτιστική κληρονομιά είναι ταυτόχρονα επένδυση στην ανάπτυξη ενός τόπου. 
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι ο πολιτισμός αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς ως ο τέταρτος πυλώνας της βιώσιμης ανάπτυξης,  δίπλα στην οικονομία, την κοινωνία και το περιβάλλον.  Και αυτή είναι μια παράμετρος που μεταβάλλει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να σχεδιάζουμε τις πολιτικές μας.
Δεν αρκεί να διασώζουμε ένα μνημείο. Χρειάζεται να του δίνουμε ξανά θέση στη ζωή. Να το συνδέουμε -πάντοτε με όρους σεβασμού- με τον δημόσιο χώρο, την εκπαίδευση, την έρευνα, την τοπική οικονομία, τον ποιοτικό τουρισμό, την καθημερινότητα του πολίτη.
Και εδώ ο ρόλος του μηχανικού είναι καθοριστικός.
Ο μηχανικός καλείται να παρέμβει χωρίς να αλλοιώσει, να αξιοποιήσει τη νέα τεχνολογία χωρίς να υπονομεύσει την αυθεντικότητα, να ενισχύσει την ανθεκτικότητα χωρίς να διαρρήξει την ιστορική συνέχεια. Και, όπου οι συνθήκες το επιτρέπουν, να δώσει μέσα από την επανάχρηση νέα ζωή σε ένα μνημείο, εντάσσοντάς το οργανικά στη σύγχρονη πόλη. 
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η ουσιαστικότερη προσέγγιση γύρω από την έννοια της διαχείρισης και της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς: να μη μετράμε μόνο τι παραλάβαμε από τις προηγούμενες γενιές, αλλά κυρίως να αναμετριόμαστε με το τι θα παραδώσουμε στις επόμενες.

Ηλίας Περτζινίδης